Αλγοριθμικά σχεδιασμένο μούδιασμα: Η αντιμετώπιση των υποθέσεων γυναικοκτονιών από το κίνημα μέχρι τα μίντια.

Τα τελευταία χρόνια, αλλεπάλληλες ειδήσεις γυναικοκτονιών, φτάνουν στα αυτιά μας -σχεδόν κάθε δεύτερη μέρα. Η ανάγκη να επαναξιολογήσουμε τη διάδραση μας απέναντί τους, μας ώθησε να γράψουμε αυτό το κείμενο και θεωρούμε πώς αποτελεί μία συζήτηση που αξίζει να ανοίξει και στο υπόλοιπο κίνημα.

Πλέον οι ειδήσεις των γυναικοκτονιών στην Ελλάδα, προβάλλονται η μία μετά την άλλη, και μέσα σε μία περίοδο που τα πράγματα πάνε συνολικά κατά διαόλου, βρίσκουμε τα εαυτά μας ανήμπορα να αντιδράσουν. Είμαστε μουδιασμένα και απαθή απέναντι σε βίαια και φρικτά εγκλήματα, για τα οποία μαθαίνουμε κάθε τρομακτική λεπτομέρεια όποτε ανοίγουμε για λίγο το κινητό μας. Και όταν μαζεύουμε να κουράγια μας, για να γράψουμε ένα κείμενο ή να κάνουμε ένα κάλεσμα για πορεία, ερχόμαστε αντιμέτωπα με μία συνολική ήττα. Οι πορείες μας δεν πλαισιώνονται, τα κείμενά μας δεν έχουν κάτι καινούργιο να πουν, και πάνω απ’ όλα φαίνεται να κουβαλάμε αποκλειστικά την ευθύνη της αντίδρασης στην έμφυλη βία- εξάλλου εμείς είμαστε η φεμινιστική συλλογικότητα της πόλης.

Και εκεί ακριβώς εντοπίζουμε ένα πολύ βασικό πρόβλημα. Η έμφυλη βία, ακόμη και στην πιο βίαια έκφανσή της, φαίνεται να αντιμετωπίζεται ξέχωρα από τα υπόλοιπα ζητήματα με τα οποία καταπιάνεται το κίνημα. Υπάρχει μία αντίφαση στον τρόπο με τον οποίο απαντά σε άλλου είδους συστημικές δολοφονίες (προσφύγων- μεταναστών- κρατούμενων) έναντι των γυναικοκτονιών. Φαίνεται πως αυτές δεν αξιολογούνται ως αποτέλεσμα συστημικών καταπιέσεων.

Αναρωτιόμαστε, αν εν τέλει, η αφομοίωση του φεμινιστικού κινήματος από το σύστημα έχει πετύχει ξεκάθαρα τον σκοπό της -να μην αναγνωρίζεται στην πλειοψηφία του ως κάτι το ριζοσπαστικό. Όσο και να μιλάμε για διαθεματικότητα, τα έμφυλα ζητήματα αδυνατούν ακόμα να συμπεριληφθούν από το κίνημα στους υπόλοιπους αγώνες του.

Ο τρόπος με τον οποίο τα συστημικά Μ.Μ.Ε. αναπαράγουν τις γυναικοκτονίες και την έμφυλη βία, -με τον δικό τους αφομοιωμένο και αποπολιτικοποιημένο τρόπο- εντείνει ακόμη περισσότερο την αποπλαισιωμένη αντίληψη που επικρατεί.

Τι σκατά κάνουμε λοιπόν; Ως άτομα που δραστηριοποιούμαστε πολιτικά σε μία επαρχιακή πόλη της Ελλάδας. -τα Γιάννενα- παρατηρούμε πως οι επικρατούσες πρακτικές για καλέσματα σε πορείες και δικαστήρια δεν είναι αρκετές. Αναρωτιόμαστε κι εμείς τα ίδια, αν αυτό είναι απλώς ένα πρόβλημα στην μικροκλίμακα της πόλης μας και τους τρόπους με τους οποίους θα μπορούσαν να υπάρξουν συλλογικές απαντήσεις σε τέτοιου είδους τις καταπιέσεις.

Όχι άλλη Σούζαν, Κάρολαϊν και Ελένη, καμία άλλη δολοφονημενη!

Στις 28 Νοεμβρίου του 2018 δολοφονείται η Ελένη Τοπαλούδη. Η Ελένη ήταν μία 21χρονη φοιτήτρια στη Ρόδο, και έχει γίνει “μαρτυρική” φιγούρα για την έμφυλη βία στην Ελλάδα, σε μια κοινωνία που ψάχνει απεγνωσμένα πεφωτισμένους μεσσίες και μαρτυρικούς αγίους.

Το έγκλημα αυτό δεν ήταν μια ακόμα υπόθεση που έπαιξε στις ειδήσεις για λίγες μέρες ή εβδομάδες, μόνο και μόνο για να ξεχαστεί με τον ερχομό της επόμενης. Η ωμότητα του εγκλήματος και οι ανατριχιαστικές λεπτομέρειες που μεταδόθηκαν από τα Μ.Μ.Ε. προσέδωσαν στην γυναικοκτονία όλα τα χαρακτηριστικά που χρειαζόταν για να πάρει έκταση σε πανελλαδικό επίπεδο, προκαλώντας εκτεταμένες κοινωνικοπολιτικές αντιδράσεις από αντιπατριαρχικές συλλογικότητες, μέχρι και την εισαγγελέα που πήρε μέρος στην εκδίκαση της υπόθεσης.

Οι δολοφόνοι της είναι ο Μανώλης Κούκουρας και ο Αλέξανδρος Λούτσαϊ, των οποίων το έγκλημα δεν αναπαράχθηκε από τα κυρίαρχα μίντια ως “δολοφονία”, αλλά ως “γυναικοκτονία” και έτσι εισήχθη ο όρος στην ελληνική κοινωνία.

Η Ελένη έχει ένα ιδανικό προφίλ για τα μίντια, λευκή, Ελληνίδα, σεμνή, άπειρη, χαρακτηριστικά δυσανάλογα με την βιαιότητα της δολοφονίας της – είναι δηλαδή το “τέλειο θύμα”. Η Ελένη βιάστηκε, χτυπήθηκε, βασανίστηκε και πνίγηκε. Παράλληλα, τα μίντια δεν δίστασαν να εστιάσουν ιδιαίτερα στο προφίλ του ενός δράστη, ο οποίος όντας αλλοδαπός και με ποινικό παρελθόν, ικανοποίησε το ρατσιστικό αφήγημα της κυριαρχίας.

Η υπόθεση της Ελένης Τοπαλούδη ήταν η πρώτη, όπου ο όρος γυναικοκτονία χρησιμοποιήθηκε ευρέως, όχι μόνο από κινηματικά μέσα αντιπληροφόρησης, αλλά και από τα κυρίαρχα M.M.E..

Λίγα χρόνια αργότερα, το 2021, συμβαίνει άλλη μια γυναικοκτονια, κομβική για την καθιέρωση του όρου στον ελλαδικό χώρο, αυτή της Καρολαιν. Η υπόθεση αυτή μονοπώλησε τον τηλεοπτικό χρόνο, τόσο στα δελτία ειδήσεων όσο και στα πρωινάδικα, τα οποία την παρουσίασαν περιλαμβάνοντας όλες τις τραγικές λεπτομέρειες του εγκλήματος, όπως πάντα με μηδενικό σεβασμό προς το θύμα, σε ένα διόλου πρωτόγνωρο ρεσιτάλ τηλεοπτικού κανιβαλισμού. Τα δελτία ειδήσεων εκείνες τις μέρες έμοιαζαν πολύ περισσότερο με επεισόδια από αμερικανικές αστυνομικές σειρές, διανθισμένα κιόλας με γραφικές αναπαραστάσεις του εγκλήματος και δακρύβρεχτες δηλώσεις του “τραγικού” συζύγου και πατέρα χήρου με αποκορύφωμα την “δραματική ανατροπή” της ομολογίας του γυναικοκτόνου Μπάμπη Αναγνωστοπούλου. Τις 37 μέρες που μεσολάβησαν μέχρι αυτή, τα M.M.E. έκαναν λόγο για συμμορία αλλοδαπών που σπέρνει τον φόβο στην περιοχή, αποκαλύπτοντας για ακόμη μια φορά τον θεμέλιο λίθο του κράτους και του κεφαλαίου, τον ρατσισμό και τον φασισμό.

Η γυναικοκτονία της Κάρολαιν, κατέρριψε το προφίλ του γυναικοκτόνου που επικρατούσε μέχρι τότε, του τυφλωμένο από το πάθος συζύγου, συγγενή, χαρακτηρισμένου πολλές φορές από το χαμηλό επίπεδο και την έλλειψη μόρφωσης. Αυτή την φορά ο γυναικοκτόνος ήταν πρώτα απ’ όλα Έλληνας, μορφωμένος, ευκατάστατος, πιλότος στο επάγγελμα, ο “ιδανικός” άντρας για τα πρότυπα της αριστείας του νεοφιλελευθερισμού. Καταρρίφθηκε με πάταγο λοιπόν το αφήγημα που ήθελε τους γυναικοκτόνους ειδική περίπτωση, “ράτσα ειδική” όπως λέει και το σύνθημα.

Από την γυναικοκτονία της Κάρολαιν μέχρι την πρώτη γυναικοκτονία του 2022 μεσολαβούν 22 καταγεγραμμένες γυναικοκτονίες. Και στις 20/02/2022, δολοφονείται η 79χρονη Σούζαν από τον 69χρονο σύζυγό της Σπύρο Νούτσο στα Ιωάννινα.

Τα τοπικά Μ.Μ.Ε. αναπαράγουν την είδηση: αλλοδαπή – αμερικανίδα γυναίκα καταλήγει μετά από ξυλοδαρμό του σύζυγό της, ο οποίος αρχικά δηλώνει πώς εκείνη “έπεσε και χτύπησε”.

Η γειτονιά φαίνεται να γνώριζε πώς ο Σπύρος κακοποιούσε την σύζυγό του, ή πιο “κόσμια” “ήταν ένας κακός και δύσκολος άνθρωπος”, και παρόλα αυτά σιωπούσε.

Την επόμενη μέρα, καλέστηκε αντανακλαστική πορεία, η οποία πλαισιώθηκε από αναρχικές, αντιεξουσιαστικές και αριστερές συλλογικότητες, και κατέληξε στο διαμέρισμα που διέμεναν.

Η πορεία, αν και ήταν δυναμική, στηρίχθηκε από συγκεκριμένα άτομα, τα τυπικά και ενεργά μέλη του κινήματος. Σε μία επαρχιακή πόλη όλα γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Η μάξιμουμ αναβάθμιση, όπως σχεδόν σε κάθε πορεία στα Ιωάννινα, ήταν το βάψιμο με στένσιλ στην γειτονιά, τα οποία σοκαριστικά βρίσκονται ακόμη εκεί. Η γυναικοκτονία της Σούζαν δεν άφησε ιδιαίτερο αντίκτυπο, ούτε στο (τοπικό) κίνημα, ούτε στην (τοπική) κοινωνία, όπως πολλές ακόμη, αφού δεν ήταν τόσο σοκαριστική και κινηματογραφική.

Δεν μάθαμε ποτέ την δικάσιμο της υπόθεσης, ούτε τι συνέβη εκεί, και μάλλον δεν ενδιαφερθήκαμε παραπάνω για να μάθουμε, ένα μοτίβο που ακολουθεί το κίνημα όσον αφορά την έμφυλη βία.

Δεν είναι βέβαια τόσο απλό να μιλάμε για την έμφυλη βία στα Γιάννενα και την πολιτική μας διάδραση με αυτήν, καθώς οι υποθέσεις που φτάνουν στα χέρια μας είναι λίγες. Λόγω της μικρής κλίμακας της κοινωνίας, αυτές συχνά δεν ανοίγουν από επιλογή των επιζώντων, αλλά φτάνουν στα αυτιά μας σε μορφή “πολιτικού κουτσομπολιού”. Στις υποθέσεις που έχει ζητηθεί η πολιτική μας παρέμβαση, έχουμε δράσει είτε ως συλλογικότητες, είτε ως πρωτοβουλίες, σε συνεννόηση με τα επιζώντα και στον βαθμό που μας επιτρέπεται κάθε φορά. Υπάρχουν παρόλα αυτά πολιτικές ομάδες που επιλέγουν να δρουν χωρίς την συναίνεση των επιζώντων.

Τον τελευταίο καιρό τρέχει μία πολύ προωθημένη και βαριά υπόθεση έμφυλης βίας στο δικαστικό μέγαρο Ιωαννίνων, η οποία έχει πλαισιωθεί από ασυνήθιστα πολύ κόσμο, ακόμα και εκτός του κινήματος. Αυτό συμβαίνει επειδή, πέρα από την κινηματική συμβολή, το επιζών έχει επιλέξει να δημοσιοποιήσει την υπόθεση στα συστημικά μέσα ενημέρωσης, τα οποία την αναπαράγουν και αυτή με τον γνωστό τους τρόπο.

Αναπαράσταση στα συστημικά Μ.Μ.Ε.

Είναι αξιοσημείωτο το πόσο χρησιμοποιούνται οι γυναικοκτονίες και γενικά η έμφυλη βία από τα Μ.Μ.Ε., για να κερδίσουν προβολές, επιλέγοντας ποιες υποθέσεις θα αναπαράγουν με βάσει το ποιες προσηλώνουν περισσότερο τον θεατή.

Ο όρος γυναικοκτονία, απ’ τη στιγμή που εδραιώθηκε στα κυρίαρχα μίντια, κατέληξε από πτυχή της πατριαρχικής βίας- συνοδευόμενη με τις αλληλένδετες καταπιέσεις- να λειτουργεί απλώς ως επίκεντρο νομικής διαμάχης και ως μέσο χειραγώγησης συναισθημάτων (των θεατών/καταναλωτών).

Η διαμάχη για το αν ο όρος «γυναικοκτονία» είναι έγκυρος ή ακριβής είναι ένδειξη προσπάθειας διάσπασης του θεατή από το πραγματικό θέμα. Μετά τις πρώτες γυναικοκτονίες που πήραν μεγάλη έκταση στην Ελλάδα, πέφτουν βροχή εκπομπές σε πρωινάδικα, και πάνελ με θέμα τις γυναικοκτονίες που λογομαχούν για το αν ο όρος θα πρέπει να χρησιμοποιείται, αντί της ανθρωποκτονίας. Η αντίθεση ποσοτικά, της προβολής του θέματος, με την ελαφρότητα που παρουσιάζεται, είναι εξοργιστική. Στα πάνελ με τέτοιου είδους θέματα, συνήθως το λόγο έχουν διάφορες ανενημέρωτες αρρενωπότητες ή θηλυκότητες σε θέση εξουσίας, με απορίες του τύπου, “τι φορούσε;”.

Τρανταχτό παράδειγμα είναι ο Μπαλάσκας, ένας “συνδικαλιστής μπάτσος” (γελάμε) που κλήθηκε να μιλήσει σε ένα από τα πάνελ, με θέμα τη γυναικοκτονία της Καρολάιν, ο οποίος ουσιαστικά δήλωσε τι θα έπρεπε να είχε κάνει ο Μπάμπης Αναγνωστόπουλος, για να γλιτώσει την ισόβια κάθειρξη. Έδωσε έτσι συμβουλές σε εν δυνάμει γυναικοκτόνους, παραπέμποντάς τους να παραδοθούν στην αστυνομία αμέσως μετά το έγκλημα, ώστε να γλιτώσουν την ισόβια ποινή, δημιουργώντας έτσι, το κυρίαρχο μοτίβο που επαναλαμβάνεται μέχρι και σήμερα.

Παράλληλα, τα δελτία ειδήσεων προέβαλαν τις γυναικοκτονίες με τρόπο τέτοιο, ώστε να αποστασιοποιήσουν τον θεατή από το συμβάν και να δημιουργήσουν την εντύπωση πως αυτές συμβαίνουν εκτός της μικροκοινωνίας που βρίσκεται εκείνος.

Αυτή η συνθήκη ενισχύθηκε από την κοινωνική απομόνωση λόγω καραντίνας εν μέσω πανδημίας. Εκείνη την περίοδο ο κόσμος βομβαρδιζόταν καθημερινά με κακές ειδήσεις, μεταξύ των οποίων και οι αμέτρητες καταγγελίες έμφυλης βίας, οι οποίες σε περίοδο καραντίνας αυξήθηκαν. Η κακή κρατική διαχείριση της πανδημίας και όσων προέκυψαν από αυτήν, κατάφερε, μέχρι έναν βαθμό, να πολιτικοποιήσει και να ριζοσπαστικοποιήσει μια μερίδα της ελληνικής κοινωνίας -ή μάλλον να δώσει προσωρινά την ψευδαίσθηση ότι το έκανε. Χτίστηκε έτσι προσωρινά, και το κυριότερο διαδικτυακά, μια «κοινότητα» ατόμων, που αναγνώρισαν την έμφυλη βία, τις γυναικοκτονίες και μιλούσαν (ποστάρανε) για αυτό.

Η συζήτηση αυτή τέθηκε μέσα στο στενό πλαίσιο που όρισαν τα Μ.Μ.Ε., όπου η πληροφορία είναι κομμένη και ραμμένη ώστε να καταναλωθεί, να εγείρει το σοκ και τον φόβο της είδησης αρκετά, έτσι ώστε να επιστρέφουμε για το επόμενο άρθρο ή ρεπορτάζ αποκάλυψη.

Συνεπώς, βλέπουμε κάθε φορά το φριχτό αποτέλεσμα πηγαίου μισογυνισμού και συστημικά εδραιωμένου σεξισμού να αναπαράγεται σαν μία κακογραμμένη χουλιγουντιανή ταινία. Είτε για δράστες τυφλωμένους απ’ το πάθος και θύματα που βρέθηκαν στο λάθος σημείο τη λάθος στιγμή, είτε για δολοφόνους κακούς από τη φύση τους, αφού είναι ψυχικά ασθενείς, αλλοδαποί ή φτωχοί – όσα άτομα χρειάζεται το σύστημα να δαιμονοποιούνται για να διαιωνίζει την ύπαρξή του στις πλάτες τους. Τα θύματα προβάλλονται ως άτυχα και μαρτυρικά, που δεν τους άξιζε ότι συνέβη, γιατί ήταν μητέρες και καλές σύζυγοι ή παρθένες χριστιανές. Και αυτές οι περιπτώσεις γυναικοκτονιών είναι που θα προβάλουν τα συστημικά μέσα ενημέρωσης.

Δεν είναι τυχαίο άλλωστε, πώς ο όρος γυναικοκτονια όπως τον χρησιμοποιεί η κυριαρχία δεν αναφέρεται σε όλα μας. Ποτέ δεν θα μπορούσαμε να συμπεριληφθούμε όλα σε έναν όρο όπως η γυναικοκτονία με τον τρόπο που αναπαράγεται στα Μ.Μ.Ε., αφού αναλύουν ετυμολογικά και ουσιοκρατικά το πρώτο συνθετικό του όρου.

Η μόνη γυναίκα που αξίζει να ασχοληθούμε είναι αυτή που φέρει μια αθωότητα ή το φωτοστέφανο της μητρότητας και πάνω απ’ όλα είναι λευκή.

Έτσι, δεν είμαστε σοκαρισμένα για τον τρόπο που η προβολή του όρου πάλι αφήνει στην αφάνεια τους θανάτους και την κακοποίηση άλλων τόσων υποκειμένων τα οποία η κυριαρχία δεν αναγνωρίζει ως άξια πένθους. Και το πένθος είναι ο στόχος, γιατί το πένθος πουλάει.

Τα στοιχεία που δημοσιεύονται και αυτά που αποκρύπτονται, είναι πολύ συγκεκριμένα. Συνήθως προβάλλονται όλα τα χαρακτηριστικά του θύματος/επιζώσας (όνομα, ηλικία, καταγωγή, επάγγελμα, οικογενειακή κατάσταση), και πολύ λιγότερα του θύτη και αυτά έπειτα από μια προσεκτική διαλογή χαρακτηριστικών, που επικεντρώνονται, στην σχέση του με το θύμα ή στοιχεία που τον καθιστούν μία τραγική φιγούρα που «έσπασε», μετά από έναν έντιμο βίο.

Οι εκάστοτε αρμόδιοι (μπάτσοι, δικαστές, δημοσιογράφοι), προσπαθούν να μας πείσουν ότι το χέρι του γυναικοκτόνου/κακοποιητή οπλίζεται από το πάθος και τον έρωτα, και όχι από την βαθιά ριζωμένη στο σύστημα πατριαρχία και το αίσθημα ιδιοκτησίας πάνω στα σώματά μας.

Έτσι, στο κοινό δεν επικρατεί το αίσθημα της οργής για τον θύτη, αλλά η λύπη, η φρίκη, για το θύμα. Τα συναισθήματα που επιλεκτικά προκαλεί η αναπαραγωγή της πληροφορίας στα Μ.Μ.Ε. είναι αυτά που είναι προσιτά στον καταναλωτή αλλά παράλληλα δεν εγείρουν αντιδράσεις επικίνδυνες για το σύστημα. Στην δημόσια σφαίρα, οι συστημικές καταβολές της πατριαρχικής βίας σε όλες της τις μορφές αγνοούνται, με αποτέλεσμα προφανώς να αποπολιτικοποιούνται πλήρως όλα τα περιστατικά και να αμβλύνονται οι κοινωνικές αντιστάσεις που θα μπορούσαν να προκύψουν.

Γι’ αυτό, ο θύμος και η οργή, συναισθήματα που όταν κατευθυνθούν προς τον καταπιεστή μπορούν να αποβούν επικίνδυνα για αυτόν, καταστέλλονται. Εξάλλου τα Μ.Μ.Ε., αντί να λειτουργούν ως ένα ενημερωτικό μέσο λειτουργούν ως προπαγανδιστικό εργαλείο της εκάστοτε κυρίαρχης τάξης.

Πλέον είναι τα ίδια μια μορφή κυριαρχίας και ραγδαία συρρικνώνονται σε 5-6 εταιρείες- κολοσσούς. Δεν τρέφουμε αυταπάτες ότι αυτά ήταν ποτέ από “τα κάτω”, η γελοιότητα όμως του μονοπωλίου αυτού, επιβεβαιώνει ότι ο πραγματικός στόχος δεν είναι η ενημέρωση (λολ), αλλά το να ξεχειλίζουν οι τσέπες των CEO τεχνοκρατών.

Η πληροφορία που φτάνει στα αυτιά των θεατών περνάει από τα φίλτρα του εκάστοτε αφηγητή -εξουσιαστή. Τα M.M.E. εργαλειοποιούνται για να διαμορφώσουν την κοινή γνώμη, κατασκευάζοντας τέλεια θύματα, με κριτήριο, τους εκάστοτε συμμάχους της εξουσίας και παράλληλα αναπαράγοντας τη βία ως μορφή παραδειγματισμού.

Παρουσιάζεται δηλαδή μια ιστορία-μονόδρομος για να μπορέσει να δικαιολογηθεί οποιαδήποτε βιαιότητα προκύπτει από τη δράση -ή την αδράνεια- της κυρίαρχης δύναμης. (βλ. την αναπαράσταση των γενοκτονιών στα Μ.Μ.Ε. των Η.Π.Α.)

Στην αρχή της χιλιετίας, με τη διαδεδομένη χρήση του διαδικτύου, δημιουργούνται νέοι -αποκεντρωμένοι- τρόποι μετάδοσης της πληροφορίας και ανταλλαγής ιδεών (blog). Μέσα τα οποία δεν αναγνωρίζονταν αρχικά ως πιθανώς κερδοφόρα.

Ποπ Φεμινισμός

Το 2010 στις ΗΠΑ αρχίζει ένα κίνημα pop/φιλελεύθερου φεμινισμού με μια ξεκάθαρη αισθητική βασισμένη σε ροζ-μωβ φόντο με έντονα γράμματα και με τίτλους κακά λογοπαίγνια με πρώτο συνθετικό τη λέξη φεμ. Βασικός σκοπός του ήταν να κάνει το φεμινισμό προσβάσιμο, το οποίο καθιέρωσε τις πλέον ευρέως γνωστές

-και σχετικά αχρείαστες- έννοιες όπως το mansplaining, manspreading κλπ. Κατέληξε ωστόσο, να είναι κερδοφόρο για τις -κατά κύριο λόγο- πλούσιες λευκές γυναίκες πρωτοστάτες.

Δημιουργείται έτσι, μια μη ριζοσπαστική ιδέα του φεμινισμού. Ό,τι είναι κερδοφόρο δε μπορεί να είναι άλλωστε και επαναστατικό. Ένα κίνημα που αναιρεί τον εαυτό του, εστιάζοντας στο μάρκετινγκ του φεμινισμού, παρά στη διαθεματικότητα. Αξιολογώντας και αναλύοντας τα κοινά μας βιώματα απλά ως βιώματα, αφαιρώντας την πολιτική τους διάσταση και αγνοώντας τη συστημική τους βάση. Ταυτίζοντας την ιδέα του φεμινισμού με την ιδέα της ‘βιολογικής γυναίκας’ όπως την αντιλαμβάνεται η κυριαρχία.

Αυτή η μορφή του φεμινισμού πήρε σάρκα και οστά μέσα από το διαδικτυακό κύμα του #metoo. Το κίνημα του me too, το οποίο διαφοροποιείται από το διαδικτυακό τρεντ και προϋπήρχε αυτού, αφορούσε την ενδυνάμωση μαύρων  επιζωσών σεξουαλικής βίας. Η απαρχή του διαδικτυακού αυτού κύματος εντοπίζεται στο tweet της Alyssa Milano τον Οκτώβριο του 2017, όπου επισήμανε, ότι αν όλα τα άτομα που είχαν δεχτεί κάποια κακοποίηση ή παρενόχληση, απαντούσαν με το #metoo θα γινόταν αμέσως τρεντ, όπως και συνέβη.

Τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης κατακλύστηκαν από αναρτήσεις με το χάσταγκ που γρήγορα πήρε μεγάλες διαστάσεις. Πολλές θηλυκότητες μοιράστηκαν τα βιώματά τους, σε ένα πλαίσιο λύτρωσης, εξομολόγησης, ακόμα και ένδειξης ότι η παρενόχληση, είναι συνηθισμένο βίωμα στην καθημερινότητα μιας θηλυκότητας. Έτσι, το #metoo έγινε η αφορμή να συζητηθούν εμπειρίες που μέχρι τότε βρίσκονταν σε μια γκρίζα ζώνη.

Αμέσως παρατηρούνται μεγάλες αντιδράσεις, από αρρενωπότητες, που αισθάνονται απειλή. Αρχίζουν έτσι, διαδικτυακές λογομαχίες για το τι ορίζεται ως σεξουαλική παρενόχληση/ κακοποίηση και τι όχι (Προσδίδουν μόνοι τους πολύ συγκεκριμένα/ στοχευμένα χαρακτηριστικά, αυτά που τους βολεύουν, στο πως ορίζεται ένα βίωμα ως βιασμός). Οι επιζώσες αμφισβητούνται για την εγκυρότητα των δημοσιεύσεών τους, και χρησιμοποιούνται διάφορα ηλίθια κριτήρια για την εξακρίβωση τους, όπως status επιζώσας, ηλικία, καταγωγή κλπ.

Ανά καιρούς εμφανίζονται στην αρχική μας σελίδα, διάφορες τέτοιες διαμάχες ή “διλήμματα” που επιβεβαιώνουν και εντείνουν την ανασφάλεια που νιώθουμε ως θηλυκότητες απέναντι στους άντρες (θα διαλέγαμε κι εμείς την αρκούδα).

Το #metoo στην Ελλάδα, ξεκινάει από μια διαδικτυακή συνέντευξη της Σοφίας Μπεκατώρου τον Ιανουάριο του 2021, που μιλάει για ένα βίωμα της στον χώρο του αθλητισμού. Έτσι, αρχίζουν να ξεσκεπάζονται κακοποιητές, από το χώρο του αθλητισμού αρχικά, και έπειτα από αυτόν του θεάτρου και του κινηματογράφου. Διάφορες διασημότητες σταδιακά ανοίγονται και ξεσκεπάζουν συνεργάτες τους, πυροδοτώντας ένα κύμα αλλεπάλληλων καταγγελιών. Ωστόσο, παρόλο που το #metoo γίνεται η αφορμή να αποκαλυφθούν τα πραγματικά πρόσωπα των κακοποιητών, που για χρόνια αποτελούσαν μεγάλο κομμάτι της ελληνικής ψυχαγωγίας, το me too πολιτικά, λειτούργησε ως πυροτεχνηματικός ακτιβισμός και τίποτα παραπάνω. (Αναγνωρίζουμε παράλληλα, ότι εκείνη την περίοδο, επικρατεί η σύγχυση του εγκλεισμού, με την επιδείνωση της ενδοοικογενειακής και έμφυλης βίας, τις συνεχείς γυναικοκτονίες και την ακατάπαυστη προβολή  τους  και  συνέβαλε  στην  κορύφωση  του  διαδικτυακού  αυτού  ακτιβισμού). Το κίνημα του pop φεμινισμού, διαφοροποιείται από προηγούμενα φεμινιστικά κινήματα. Ενώ κατάφερε μια ευρεία αναπαραγωγή, έμεινε άπραγο (πολιτικό edging), εκπληρώνοντας έτσι τον αυτοσκοπό του.

Στην πραγματικότητα, o pop φεμινισμός εξασθένησε όταν σταμάτησε να είναι πλέον κερδοφόρος. Διαλύθηκε ολοκληρωτικά, όταν το ίντερνετ μονοπωλήθηκε και συγκεντρώθηκε σε ελάχιστες πλατφόρμες: meta, twitter, tiktok οι οποίες πολύ συνειδητά αποθάρρυναν τη διάδοση link σε εξωτερικούς ιστιότοπους.

Σε παλαιότερες μορφές ενημέρωσης, ο διαχωρισμός πομπού και δέκτη ήταν ξεκάθαρος – το ίντερνετ θολώνει τα όρια, αναπαράγοντας τη πληροφορία αλυσιδωτά, γίνεσαι κι εσύ με τη σειρά σου πομπός- βλέπε #metoo. Δημιουργείται έτσι η ψευδαίσθηση πολιτικής πράξης -αλλά να μη ξεχνιόμαστε- κανένα καθεστώς δεν πέφτει από τους καναπέδες μας.

Αχανείς αλγόριθμοι

Η αποκέντρωση του ίντερνετ, ώθησε στην κατανάλωση περιεχομένου, καθοδηγούμενο από αχανείς αλγορίθμους. Άρα τα σώματα, τα βιώματα και οι πράξεις μας υπολογίζονται και μετατρέπονται αδιάκοπα σε ροές δεδομένων.

Εξουσιαζόμαστε από πλατφόρμες με ξεκάθαρα πολιτικά και οικονομικά συμφέροντα. Το προϊόν είμαστε εμείς και κατ’ επέκταση ο χρόνος μας. Εγκλωβιζόμαστε έτσι σε μια συνεχόμενη ροή πληροφορίας- διακοπτόμενη μόνο από διαφημίσεις. Ο εθισμός μας στο σκρολάρισμα [doom scrolling] είναι η ονείρωξη του κάθε τεχνοκράτη.

Το γεγονός ότι ο αλγόριθμος είναι αμερόληπτος και ταυτόχρονα προσωποποιημένος, κρύβει μια “μικρή” δόση αντίφασης. Η διαδικτυακή μας δραστηριότητα διαδραματίζεται σε μια φούσκα όπου όλα συμφωνούμε μεταξύ μας. Το μόνο που μπορεί -προσωρινά- να τη σπάσει, είναι ο φιλικά προσκείμενος προς τη δεξιά “αλγόριθμος”. Ένας αλγόριθμος που γλείφει μπότες, αφού ο απώτερος σκοπός κάθε εταιρείας είναι η διατήρηση του κατεστημένου. Πιο συγκεκριμένα, ακόμα και αν ξεκινούσαμε από ένα υποθετικό σημείο 0, δε θα έπαιρνε πολλή ώρα σε κάποιον να καταλήξει από αθώα -θεωρητικά- βίντεο για βιντεοπαιχνίδια, σε φασιστάκια, θεωρίες συνομωσίας κ.ο.κ.

Ταυτόχρονα, σεξίσταροι -δήθεν άρχοντες του φλέρτινγκ- σχεδόν μονοπωλούν και πλουτίζουν εκμεταλλευόμενοι τις ανασφάλειες νεαρών ανδρών -ανασφάλειες βασισμένες σε πατριαρχικά ιδεώδη, ενώ πολιτικά κινήματα από τα κάτω τρώνε shadowban και ο λόγος τους δε βλέπει ποτέ το φως της ημέρας.

Στόχος των πλατφορμών είναι το κέρδος το οποίο προκύπτει από την πολύωρη και συνεχή χρήση. Ο πιο πολύτιμος χρήστης είναι εκείνος που αλληλεπιδρά συστηματικά με το περιεχόμενο – χωρίς να αξιολογείται όμως αν η αλληλεπίδρασή του είναι θετική ή αρνητική. Ένα βίντεο με γάτες δεν προκαλεί παραπάνω από ένα μειδίαμα σε αντίθεση με τα νεκρά σώματα παιδιών στην Παλαιστίνη- και τα μίντια το ξέρουν αυτό. Έντονα συναισθήματα, όπως οργή και θλίψη, που οδηγούν τους χρήστες σε διάδραση, είναι και τα πιο κερδοφόρα (ragebait).

Ο σύγχρονος πολιτικός ακτιβισμός κανονικοποιείται και ασκείται στην συμβολική προσομοίωση ενός δημόσιου χώρου – τις πλατφόρμες κοινωνικής δικτύωσης, όπου εκεί μπορεί να ενεργοποιηθεί μια συλλογική δράση αποκλειστικά μέσω της πρόκλησης συναισθημάτων “αλληλεγγύης”, “οργής” ή “αναγνώρισης”.

Δημιουργήθηκε και η ελληνική εκδοχή του ποπ φεμινισμού – άλλωστε η Ελλάδα είναι η μύγα στο σκατό των ΗΠΑ: ροζ και μωβ φόντα με έντονα γράμματα, τζιζ λέξεις όπως οργή, θλίψη, “άλλη μια” συνοδεύονται από έντονες φορτισμένες εικόνες- γυναίκες να κλαίνε, δεμένα χέρια, μώλωπες- και είναι εδώ για να μας ενημερώσουν πως χάσαμε άλλη μια αδερφή μας.

Δεν αμφισβητούμε την αξία της ενημέρωσης, αλλά ας μη ξεχνάμε, πως τα κινήματα που γεννιούνται και παραμένουν στην οθόνη, αδυνατούν να δράσουν έμπρακτα.

Τα μίντια (παλιά- και σύγχρονα) προσπαθούν να ξεχωρίσουν στον κυβερνοχώρο με επίκληση στη θλίψη μας. Εμείς βιώνουμε και άλλα συναισθήματα, η θλίψη είναι υπαρκτή αλλά η θλίψη κατευνάζει. Η οργή απ’ την άλλη, διοχετεύεται απλώς στην αναπαραγωγή της πληροφορίας. Βρέθηκε επιτέλους λύση να ξεσπάει χωρίς να είναι επικίνδυνη- με ένα ποστ ή σχόλιο. Μην έχοντας καταλάβει την πολιτικοποίηση ως κάτι το βαθιά συλλογικό, η οργή εκφράζεται μέσω, προσωπικών/ατομικών πάντα, τοποθετήσεων, αγνοώντας την συστημική ρίζα του προβλήματος.

Από το 2018 και μετά τη γυναικοκτονία της Ελένης Τοπαλούδη η συστηματική μας έκθεση σε γυναικοκτονίες, εν τέλει μας έχει κάνει απαθείς. Η γυναικοκτονία είναι ακόμα μια είδηση -τόσο ελαφριά που συζητιέται με άνεση στα πρωινάδικα, ή ανάμεσα από δύο βίντεο με γάτες.

Για εμάς οι γυναικοκτονίες είναι η πεμπτουσία της πατριαρχικής βίας. Η πατριαρχική βία είναι βαθιά συστημική. Και βαθιά συστημικά προβλήματα, λύνονται συλλογικά και στο δρόμο.

Αναρχο κουήρ-φεμ ομάδα Τσούπρες